Το καρναβάλι εορτάζεται με ιδιαίτερο τρόπο στην Αγιάσο της Λέσβου, συνδυάζοντας με λαϊκό και αυτοσχεδιατικό τρόπο το σατιρικό λόγο και το θέαμα. Τις μέρες της Αποκριάς οι μασκαράδες («μουτσούνες», «γιούνια», ή «αρκούδες», όπως αναφέρονται στο λεσβιακό ιδίωμα) γυρίζουν στους δρόμους και τα καφενεία και συμμετέχουν σε αυτοσχέδια σατιρικά δρώμενα, τραγουδούν αδιάντροπα τραγούδια, χορεύουν και διασκεδάζουν σε ένα κλίμα απόλυτης ελευθερίας και ελευθεροστομίας.
Η παραδοσιακή ικανότητα των Αγιασωτών στην στιχουργική και τη σάτιρα διατηρείται αμείωτη μέχρι σήμερα και εκφράζεται τόσο στα αυτοσχέδια δρώμενα όσο και στα οργανωμένα καρναβαλικά συγκροτήματα.
Ο Γεώργιος Παπάνης περιγράφει συνοπτικά την παλιά αποκριά στην Αγιάσο: «Πριν από 30 περίπου χρόνια ο καρνάβαλος γύριζε στα στέκια (κουϊτούκια) του χωριού. Σ' αυτά στάθμευε η κάθε παρέα που τον αποτελούσε. Ο εκφωνητής, καβάλα σε μουλάρι ή ανεβασμένος σε τραπέζι, σατίριζε τα στραβά κι ανάποδα Τα στέκια αυτά σήμερα πια δεν λειτουργούν...» (Παπάνης Γεώργιος, «Τα στέκια του παλιού καρναβαλιού», Αγιάσος, Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγιασωτών, τεύχος 8, Αθήνα 1983: 14).
Σήμερα ο εορτασμός του καρναβαλιού ολοκληρώνεται πανηγυρικά την Κυριακή της Αποκριάς και την Καθαρή Δευτέρα, οπότε στην κάτω πλατεία του χωριού, στην Καρυά, συγκεντρώνονται τα καρναβαλικά άρματα και οι ερασιτέχνες καρνάβαλοι εκφωνούν σάτιρες στο Αγιασώτικο γλωσσικό ιδίωμα, καυτηριάζοντας την κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή της Λέσβου και της Ελλάδας γενικότερα.
Η παράδοση των καρναβαλικών αρμάτων ξεκίνησε πριν απο αρκετές δεκαετίες και έλαβε πιο συστηματικό και επίσημο χαρακτήρα, από την εποχή (1938) που το Αναγνωστήριο της Αγιάσου «Η Ανάπτυξη», ανέλαβε τη διοργάνωσή του καρναβαλιού προς τιμήν του ευεργέτη του σωματείου Θ. Κουκουβάλα και καθιέρωσε τον «Βάλλειο Διαγωνισμό» για την βράβευση του καλύτερου άρματος. Από το 1984 σημαντικό ρόλο στην ουσιαστική διατήρηση των εθίμων της αποκριάς διαδραματίζει, ο Καρναβαλικός-Εκπολιτιστικός Σύλλογος Αγιάσου «ο Σάτυρος».
Για την παράδοση του καρναβαλιού και των αρμάτων ο Αγιασώτης αγγειοπλάστης Τάσος Χατζηγιάννης, που συμμετέχει και ο ίδιος στην κατασκευή αρμάτων, αναφέρει: "Το καρναβάλι ξεκίνησε από παλιά. Στην αρχή ξεκίνησε με στιχομυθία ανάμεσα σε καρνάβαλους πάνω σε γαϊδούρια, ανταλλάσανε σε ποιητικό λόγο, σχολίζαν διάφορα πολιτικά και μη γεγονότα και στη συνέχεια πρώτος ο Ανανίας, ο οποίος ήταν ξυλουργός, εισήγαγε και το άρμα στο καρναβάλι. Πρωτοκατέβηκε με ένα πλοίο, το κατέβασαν από το Σταυρί, κι είχαν βάλει ολόκληρη μηχανή από φορτηγό μέσα στο πλοίο. Στη συνέχεια καθιερώθηκε το άρμα στο καρναβάλι. Πιο σχετικοί με την κατασκευή ήταν οι μαραγκοί και οι κεραμίστες". (απόσπασμα από συνέντευξη του Τάσου Χατηγιάννη στο ερευνητικό πρόγραμμα "Κιβωτός του Αιγαίου" τον Ιανουάριο του 1996 στην Αγιάσο).













Αναγνωστήριο "η ΑΝΆΠΤΥΞΗ " που ακτινοβολεί πολύ πιο πέρα από το χωριό. Ιδρύθηκε στα 1894 όταν ακόμα το νησί το κατείχαν οι Τούρκοι. Υπήρξε έκφραση της ανάγκης κάποιων πνευματικά ανήσυχων ανθρώπων για μόρφωση και ενημέρωση, μέσα από βιβλία και εφημερίδες. Από τότε δημιούργησε νυχτερινή σχολή, ερασιτεχνικό όμιλο για θεατρικές παραστάσεις και χορωδία για μουσικοφιλολογικές βραδιές. Υπήρξε πυρήνας εθνικής ανάτασης και βοήθησε σημαντικά
Η ιστορία του ξεκινά από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και φτάνει ως τις μέρες μας. Μέσα στο διάβα ενός και πλέον αιώνα το έθιμο πέρασε από πολλά στάδια, επηρεάστηκε από μύριες καταστάσεις και συνοδοιπόρησε με την εκάστοτε ιστορική εποχή εξελικτικά. Σήμερα διατηρεί τη μορφή που πήρε μεταπολεμικά (λαϊκό δρώμενο με έντονα θεατρικά στοιχεία σε ανοιχτό δημόσιο χώρο που συνδυάζει σε ολοκληρωμένη θεματική ενότητα τον έμμετρο σατιρικό λόγο με την εμφάνιση αρμάτων). Η θεματολογία της λαϊκής μούσας καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα. Συνήθως επιλέγεται ένας γνωστός ιστορικός μύθος μέσα από τον οποίο αναπαράγεται με αλληγορικό και συμβολικό τρόπο η σημερινή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα και σατιρίζονται με παραλληλισμούς πρόσωπα και καταστάσεις της επικαιρότητας. Ο ποιητής λαός δε μασκαρεύεται απλά για να τέρψει το ακροατήριο του, αλλά φρονηματίζει, παραδειγματίζει, καυτηριάζει με το θερμοκαυτήρα της πέννας του το σάπιο κομμάτι του κοινωνικού σώματος. Δεν είναι σεμνότυφος, χτυπά αλύπητα τα στραβά, μιλά σταράτα και ειλικρινά. Είναι τολμηρός και προφητικός. Δε φοβάται, δε συμβιβάζεται, δε χαρίζεται σε κανέναν
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Αγιασώτικης φορεσιάς από τον 18ο αιώνα και πέρα, αποτελεί το σκαλωτό σαλβάρι το οποίο συναντιέται και σε άλλα χωριά της Λέσβου όπως στο Πλωμάρι. Είναι συνήθως εξάφυλλο και το πλάτος μοιράζεται στα τρία. Τα δύο πλάγια τμήματα τα οποία σχηματίζουν τα σκέλη της βράκας, τα καλαμοβράκια - “οι κλαπάτσες” όπως λέγονται - είναι πιο μακριά από το μεσαίο τμήμα της που αποτελεί τη “σέλα”. Η αναλογία στο μάκρος του καλαμοβρακιού σε σχέση με της σέλας εξαρτάται από το ύψος της γυναίκας και αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για το σωστό ζύγισμα της βράκας. Τα καλομοβράκια, που συχνά γίνονται από απλό πανί για οικονομία, καταλήγουν σε βρακοθηλειές από όπου περνά συνήθως πλεγμένο γαϊτάνι, η “βρακοζώνα”. Δένονται κάτω από τα γόνατα και σκεπάζονται καθώς η βράκα πέφτει αναδιπλωμένη ως κάτω στους αστραγάλους.


"Κήπος της Παναγιάς" μια ολόδροση περιοχή απ΄ όπου υπάρχει μια καλή θέα του χωριού από κάτω προς τα πάνω. Εδώ θα βρείτε και ένα θεόρατο πλάτανο 600 ετών, όπου όπως αναφέρεται κάτω από τα επιβλητικά κλαδιά του χόρεψε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Γυρίζοντας πίσω τις σελίδες της ιστορίας κατά 1200 χρόνια σταματάμε για λίγο στο Βυζάντιο, κάπου στα τέλη του όγδοου αιώνα - περίοδος εικονομαχιών. Στη Κωνσταντινούπολη, ο ιερέας του παρεκκλησίου των ανακτόρων Αγάθων ο Εφέσιος, εικονόφιλος, πέφτει στη δυσμένεια του αυτοκράτορα Λέοντος του Α και αυτοεξορίζεται στα Ιεροσόλυμα. Στις αρχές του 802μ.Χ. πληροφορείται ότι στη Λέσβο ήταν εξόριστη η Αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία, και αυτή εικονόφιλη. Θέλοντας να τη συναντήσει, μα και για να είναι πιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη, φεύγει για τη Λέσβο παίρνοντας μαζί του μια εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας , έναν Ασημένιο Σταυρό με Τίμιο Ξύλο, ένα χειρόγραφο Ευαγγέλιο και άλλα κειμήλια.
Ενώ οι τεχνίτες εργαζόταν ακόμη για τα έργα της ξυλογλυπτικής ξαφνικά τη νύχτα της 6ης Αυγούστου 1812, ο ναός έγινε παρανάλωμα της φωτιάς, κατά τη μεγάλη πυρκαγιά, που αποτέφρωσε μεγάλο μέρος της κωμόπολης. Ευτυχώς από τις εικόνες του τέμπλου μόνο μία, η εικόνα του Χριστού, καταστράφηκε, όλες δε οι άλλες διασώθηκαν. Απερίγραπτη ήταν η λύπη και η οδύνη που κατέλαβε τις ψυχές των ευσεβών χριστιανών της Αγιάσου και βαρύτατο το πένθος, που κάλυψε ολόκληρο το νησί για την καταστροφή του μεγάλου αυτού χριστιανικού μνημείου.
Ο ναός κτίστηκε ύστερα από άδεια τους Σουλτάνου Μαχμούτ του Β, που χορηγήθηκε ύστερα από αίτηση των κατοίκων της Αγιάσου, με τον όρο να μη γίνει μεγαλύτερος απ' τον παλιό. Το μήκος του ναού είναι 32,20m και το πλάτος 26,20 Είναι βασιλική τρίκλιτη και έχει τρεις αψίδες με τρεις άγιες Τράπεζες, απ' τις οποίες η δεξιά είναι αφιερωμένη στον ’γιο Χαράλαμπο και η αριστερή στην ’γιο Νικόλαο.